Σαράντα μάτια
Ένας ματωμένος τοίχος ήταν μονάχα αυτό που είχε απομείνει από το παλιό κτίριο του Δημαρχείου. Εκεί μπροστά είχαν εκτελεστεί οι τελευταίοι ένοχοι, κατά τα λεγόμενα πάντα των εχθρών. Τέσσερις άντρες και μια γυναίκα. Ο ένας ήταν δεν ήταν δεκαεννιά. Το κτίριο είχε ανατιναχτεί μετά από την τοποθέτηση μιας βόμβας στα σπλάχνα του, με τους εχθρούς μας μέσα. Ήταν η τελευταία πράξη του πολέμου. Είχαν ηττηθεί. Είχαμε λευτερωθεί. Και ο τοίχος εκείνος έμεινε όρθιος από πείσμα, λες και ήθελε να ανακηρυχθεί σύμβολο της νίκης μας. Όπως και έγινε δηλαδή. Εκεί, γύρω από τον τοίχο με τα κόκκινα και μαύρα σημάδια είχε στηθεί τώρα η γιορτή. Ανάμεσα στα συντρίμμια μαζεύτηκε το χωριό και έστησε τραπέζια, σούβλες και κανάτες με όσο κρασί είχαν οι κάτοικοι καταφέρει να κρύψουν από τους κατακτητές. Και παραμέσα διακρίνονταν και τα πτώματα των εχθρών. Κανείς όμως δεν είχε διάθεση να μαζέψει, να καθαρίσει ακόμα. Όλοι λαχταρούσαν να φάνε κρέας, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Να μιλήσουν επιτέλους με άνεση και να...