Μεγάλη θυσία
Τα Λάρδυνα ήταν μία από τις πολλές πόλεις της Δύσης που ήταν σπαρμένες ανάμεσα σε πρόποδες βουνών και στα ποτάμια που ξεχύνονταν από εκεί. Καθεμιά τους πάλευε να κυριαρχήσει, να γίνει πιο πλούσια και ισχυρή από την άλλη. Αμέτρητοι πόλεμοι και συμμαχίες ήταν χαραγμένα στις στήλες της Ιστορίας τους μα ποτέ καμιά από τις πόλεις δεν επικράτησε ολοκληρωτικά. Αδέλφια ήταν άλλωστε - έτρεφαν ζώα, εμπορεύονταν ξυλεία, δέρματα και υφάσματα. Λάτρευαν τα ίδια πράγματα, το αίμα τους είχε την ίδια ποιότητα. Όμως η ανθρώπινη ψυχή δύσκολα μαθαίνει και εύκολα ξεχνά τέτοιες αλήθειες, συνεπώς οι διαμάχες και οι συμφωνίες συνεχίζονταν.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Λάρδυνων ήταν η μακρά γυναικεία δυναστεία που αισίως μετρούσε εκατόν εικοσιδύο χρόνια, από τότε που ένα αιμάτινο τάμα στην Ηβύδα, τη Θεά της δημιουργίας και της γονιμότητας, στέρεψε δια παντός τη βασιλική γενιά από αρσενικούς απογόνους.
Εκείνον τον καιρό βασίλισσα ήταν η Βόρβη, μια μεγαλόσωμη και σκληρή γυναίκα που ακόμα και μετά που πήρε τον θρόνο από τη μητέρα της συνέχισε να ασχολείται με τα ζώα, να κουβαλά νερό σε στάμνες που και άντρες δυσκολεύονταν να σηκώσουν. Ήταν αυστηρή μα δίκαιη και άκουγε πάντα με προσοχή τις απόψεις των υπηκόων της. Όσον αφορά τις σχέσεις με τις γειτονικές πόλεις, τηρούσε μια στάση δεκτική άλλα ωστόσο αμείλικτη σε περίπτωση ασέβειας ή επιθετικής πολιτικής. Τα Λάρδυνα ήταν μια πόλη εύπορη και ειρηνική για τα δεδομένα της περιοχής.
Η μεγάλη αδυναμία της Βόρβης ήταν η μοναχοκόρη της η Λύσβη, που ο θάνατος παραλίγο να τις πάρει και τις δύο πάνω στη γέννα, δεκαεννιά χρόνια πριν. Η νεαρή ήταν επίσης μεγαλόσωμη, με καστανές μπούκλες να στεφανώνουν το κεφάλι της, τέλειες σπείρες που συμπλήρωναν τα καμπύλα πράσινα μάτια της, κληρονομιά από τον πατέρα της, έναν στρατηγό μιας διπλανής πόλης. Είχε πεθάνει πριν λίγα χρόνια σε μια σύντομη αλλά αιματηρή μάχη.
Οι συμμαχίες μέσω του γάμου ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της Ιστορίας των Λάρδυνων και η πιο ασφαλής και επικερδής στρατηγική για τις βασίλισσές του ανά τις δεκαετίες. Έτσι σκεφτόταν και η Βόρβη, που προόριζε την κόρη της για τον μικρότερο γιο ενός γειτονικού βασιλιά. Όντας η μοναδική κληρονόμος του θρόνου, η Λύσβη δεν θα έφευγε από την πατρίδα της για κανέναν λόγο. Ο νεαρός ήταν ευγενικός και γενναίος και λόγω της μικρής πιθανότητας του να γίνει ο ίδιος βασιλιάς ήταν ιδανική περίπτωση για να έρθει να μείνει στα Λάρδυνα και να ασκεί διοικητικά καθήκοντα ως εκπρόσωπος των δύο πόλεων.
Όμως η Βόρβη δεν είχε υπολογίσει πως η καρδιά της κόρης της χτυπούσε ενάντια στα σχέδιά της, ενάντια στο πεπρωμένο που είχε υφανθεί τόσο από ανθρώπινα όσο και από θεϊκά χέρια και που σκέπαζε κάθε βασιλική κόρη των Λάρδυνων.
Η Λύσβη είχε γνωρίσει σε έναν από τους -όπως νόμιζε- κρυφούς περιπάτους της στην πόλη ένα αγόρι παράξενο. Ένα αγόρι όμορφο με έναν αλλόκοτο τρόπο. Τον έλεγαν Μέδυργο. Είχε ένα πρόσωπο μακρύ, δέρμα κατάλευκο και μάτια που την κοιτούσαν τόσο βαθιά που έχανε την ανάσα της. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και μπουκλωτά, εξείχαν σαν χαοτικός θάμνος σχεδόν γύρω από το κεφάλι του.
Το ζευγάρι συναντιόταν συχνά, πότε ανάμεσα το πλήθος της αγοράς, σαν δύο οποιαδήποτε παιδιά με κόκκινα από τον έρωτα μάγουλα και πότε το βράδυ, όταν όλοι κοιμόντουσαν. Η Λύσβη το έσκαγε από το παλάτι και πήγαινε να τον βρει στο δάσος, όπου περπατούσαν κάτω από κλαδιά λουσμένα με φεγγαρόφωτο – κυλιόντουσαν στο υγρό χώμα και τα κορμιά τους γέμιζαν λάσπη και ηδονή.
Η βασίλισσα τα ήξερε όλα, φυσικά. Κάθε διαθέσιμο ζευγάρι μάτια στην πόλη ήταν και δικό της, σαν εκείνα των υπηρετών, που την ενημέρωναν για τις νυχτερινές περιπέτειες της κόρης της. Δεν την πείραζε, όσο πίστευε και η ίδια πως αυτό ήταν κάτι το προσωρινό. Φρόντιζε εννοείται να ρίχνει φάρμακο σε ό,τι έπινε η Λύσβη, μη τυχόν και πιάσει παιδί.
Όταν όμως η κόρη της την ενημέρωσε πως σκόπευε να παντρευτεί τον Μέδυργο, η Βόρβη οργίστηκε. Δεν ήταν δυνατόν η κληρονόμος του θρόνου να παντρευόταν κάποιον τυχαίο, όσο όμορφος και να ήταν. Στην καλύτερη ας τον έπαιρνε αργότερα σαν εραστή, όταν πια θα είχε σφυρηλατήσει έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα της διαδοχής. Η Λύσβη όμως ήταν ανένδοτη, στο παλάτι αντήχησαν οι φωνές και τα κλάματά της.
Μη θέλοντας να συγκρουστεί περαιτέρω με την κόρη της, η Βόρβη σκαρφίστηκε ένα κόλπο που θα έβγαζε από τη μέση τον μνηστήρα, τουλάχιστον επίσημα. Κάλεσε τον Μέδυργο στο παλάτι, να παρουσιαστεί μπροστά της. Η κορμοστασιά του ήταν όντως εντυπωσιακή και η στάση του απέναντί της γεμάτη σεβασμό αλλά όχι φόβο. Η κόρη της σχεδόν έτρεμε δίπλα, πνιγμένη στην ανυπομονησία για το τι θα ζητούσε η Βόρβη.
Με έναν τόνο λες και έβγαζε διάγγελμα, η βασίλισσα ζήτησε από τον νεαρό να της φέρει μια μαύρη πέτρα από τον πάτο του ποταμού που κυλούσε έξω από τα Λάργυνα. Μόνο τότε θα έδινε την άδειά της για να παντρευτεί την κόρη της. Ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατο, μιας και αφενός οι πέτρες στην κοίτη ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου λευκές και αφετέρου η ροή του ποταμού ήταν ισχυρή.
Ο Μέδυργος όμως χαμογέλασε και δέχθηκε με τιμή αυτήν την πρόκληση της βασίλισσας. Αμέσως έτρεξε έξω από το παλάτι, ρίχνοντας πρώτα μια ματιά στην αγαπημένη του, που ανησυχούσε τόσο.
Αυτό που δεν ήξερε η Βόρβη ήταν πως ο Μέδυργος άνηκε στην κρυφή γενιά των ποταμών – γόνος ενός εκ των θεϊκών πλασμάτων που ζουν μέσα σε σπηλιές και ευλογούν τα νερά και ενός γενναίου κυνηγού. Τα μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά του νεαρού περιορίζονταν στην πλάτη του, όπου καφετιές πιτσιλιές απλώνονταν σαν αρχιπέλαγος σε όλη της την έκταση, και στο κεφάλι του, όπου εξείχαν δύο κοντά κέρατα. Τα κάλυπτε με τα μαλλιά του ή με σκουφιά και κουκούλες. Η Λύσβη το ήξερε το μυστικό του, είχε ανακαλύψει τα κέρατα καθώς τον χάιδευε, κλεισμένη ελπιδοφόρα στην αγκαλιά του.
Πλησιάζοντας το ποτάμι, ο Μέδυργος γονάτισε και έβαλε το χέρι του στο κρύο, ορμητικό νερό. Έτσι μιλούσε με τη μητέρα του, έτσι τον αισθανόταν. Όταν της διηγήθηκε το τι είχε συμβεί το ποτάμι ξαφνικά σταμάτησε – η ροή του διακόπηκε σα να είχε χτιστεί κάποιο φράγμα. Ψάχνοντας για λίγο στον γυμνό πυθμένα, ο Μέδυργος εντόπισε εν τέλει μια μαύρη πέτρα, λίγο πιο μικρή από την παλάμη του. Το ποτάμι άρχισε ξανά να κυλά, γάργαρο και ευτυχισμένο από την πηγή του.
Όταν η Βόρβη αντίκρισε την πέτρα αρνήθηκε να το πιστέψει. Την έπιασε, την περιεργάστηκε, τη μύρισε. Ήταν σίγουρα βγαλμένη από το ποτάμι. Η οργή της για την υπόσχεση που θα αναγκαζόταν να τηρήσει ήταν μεγάλη μα δεν την έβγαλε στην επιφάνεια. Άφησε το ζευγάρι να χαρεί και περίμενε καρτερικά να έρθει το βράδυ. Είχε άλλη μια ιδέα στο μυαλό της, πολύ πιο σκοτεινή.
Ο Κύμωρ, ο Θεός του ύπνου, είχε πολλά προσωνύμια - μεταξύ άλλων τον φώναζαν «μισθοφόρο» και «ονειρουργό». Του άρεσε να μπλέκεται στις υποθέσεις των θνητών, να τους φοβίζει και να τους ενθουσιάζει με τα όνειρα που τους έστελνε. Όταν λοιπόν η Βόρβη τον παρακάλεσε με υποσχέσεις μεγάλης θυσίας να τρελάνει τον Μέδυργο ώστε να φύγει από την αγκαλιά της κόρης της, εκείνος δέχτηκε με μακάβρια χαρά.
Ενώ ο νεαρός ημίθεος κοιμόταν, ονειρεύτηκε έναν ισχνό άντρα να τον πλησιάζει. Είχε δύο κατακόκκινα μάτια παραχωμένα στο αποστεωμένο πρόσωπό του και ήταν ντυμένος με κουρέλια. Τα αραιά μαύρα μαλλιά του έμοιαζαν με σκιές κλαδιών που φύτρωναν από το κρανίο του. Ο άντρας όλο και πλησίαζε και μέσα στο όνειρο, ο Μέδυργος ένιωθε όλο και περισσότερο ότι φοβόταν. Ώσπου το πλάσμα βγήκε από το όνειρο - έγινε πραγματική σκέψη και κυρίευσε το μυαλό του νεαρού. Η ψυχή του Μέδυργου παγιδεύτηκε κάτω από το βάρος της σκιάς, έγινε δούλη.
Παλεύοντας με ένα κάτι που ζούσε μέσα στο κεφάλι του, ο νεαρός πετάχτηκε από το κρεβάτι του και άρχισε να ουρλιάζει. Έτρεξε έξω, ξυπνώντας βίαια τους κατοίκους, που βγαίνοντας στα παράθυρα και τις εξώπορτες των σπιτιών, δικαίως πίστεψαν ότι ο Μέδυργος είχε χάσει τα λογικά του.
Η μάχη ήταν μακρά και εξουθενωτική. Η σκιά του δημιουργήματος απλωνόταν όλο και πιο έντονα μέσα στο μυαλό και τους μυς του Μέδυργου και δεν θα αργούσε η ώρα που θα γινόταν αυτή η βασίλισσα του σώματός του. Αν ήταν κοινός άνθρωπος αυτό θα είχε ήδη συμβεί.
Οδηγούμενος από καθαρό ένστικτο, ο Μέδυργος πήγε μέχρι το ποτάμι, συνεχίζοντας να ωρύεται. Έβαλε το χέρι του στο νερό, ζήτησε βοήθεια. Η φωνή της μητέρας του, που περισσότερο με δόνηση έμοιαζε, τον πρόσταξε να πέσει μέσα, να αφεθεί. Έτσι κι έκανε. Με προσπάθεια κατάφερε να κρατήσει το κορμί του στον πυθμένα, ανάμεσα στις λευκές πέτρες. Με προσπάθεια, κατάφερε να πνιγεί. Για λίγο όμως, όσο χρειαζόταν για το ονειρούργημα να εξαφανιστεί.
Ο Μέδυργος βγήκε στην ακτή βήχοντας και ασθμαίνοντας. Το σώμα του όμως ήταν ελεύθερο, το μυαλό του ανήκε μονάχα στον ίδιο, αν και κάπου βαθιά μπορούσε ακόμα να αισθανθεί μια μικρή σκιά, κουλουριασμένη σε κάποια γωνιά.
Μιλώντας με τη μητέρα του, εκείνη του αποκάλυψε το σχέδιο της Βόρβης, είχε μαθευτεί άλλωστε στον κόσμο των αθανάτων. Ο Μέδυργος οργίστηκε τότε και έτρεξε προς την πόλη, προς το παλάτι. Ξύπνησε τη Λύσβη και της διηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο έκπληξη μα και θυμό για τις πράξεις της μητέρας της. Ο νεαρός τότε ένιωσε μια ακόμα πιο σκοτεινή οργή, μια ανάγκη να τον κατακλύζει και η αγαπημένη του φαινόταν να τον ενθαρρύνει να κάνει το ένστικτό αυτό πραγματικότητα.
Με το κυνηγετικό του ξιφίδιο στο χέρι, ο Μέδυργος, αφού πρώτα σκότωσε δύο φρουρούς σα να 'ταν ήμερα ζώα, όρμησε στο δωμάτιο της Βόρβης και κάρφωσε τη λεπίδα στην καρδιά της.
Η βασίλισσα, ξεψυχώντας, άκουσε τον Κύμωρα να της λέει γελώντας πως όντως, μεγάλη θυσία χρειάστηκε.
Έτσι η Λύσβη πήρε τον θρόνο των Λάργυνων, με τον Μέδυργο ως σύζυγο και στρατηγό της. Η δυναστεία συνεχίστηκε και η πόλη συνέχισε να έχει πλούτη και ειρήνη. Τα μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά των πέντε παιδιών της Λύσβης και του Μέδυργου ήταν ακόμη πιο δυσδιάκριτα: Μερικές καφέ πιτσιλιές εδώ και κει στις πλάτες και μικρά εξογκώματα στα κεφάλια τους σα μόνιμα καρούμπαλα. Όλα όμως είχαν μια σχέση μαγική με το νερό του ποταμού.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου