Το κουνούπι

Ήταν ένα όνειρο που 'χα δει, θυμάμαι, ή το θυμάμαι σα να 'ταν όνειρο. Δεν ξέρω πια.

Ήμουν μέσα στο λεωφορείο. Καλοκαίρι. Ζέστη αφόρητη. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο μέσα, ήταν η περίοδος που έλειπαν πολλοί σε διακοπές. Καθόμουν σε μια από τις θέσεις δίπλα στην πίσω πόρτα. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο. Οι σκέψεις μου ήταν χαμένες στα πρόσφατα γεγονότα της ζωής μου, στη δουλειά που καταδικάστηκα να κάνω. Τόνος στη λήγουσα άραγε, είναι σωστό; Στην παραλήγουσα θα ακουγόταν υπερβολικά δραματικό και αυτάρεσκο νομίζω. Δεν λέω ότι άξιζα απόλυτα αυτήν την ποινή αλλά αθώος δεν ήμουν στα σίγουρα.

Όλα συνέβησαν μια μέρα που περπατούσα χωρίς σκοπό σε στενούς δρόμους της πόλης. Δυσκολευόμουν να κοιμηθώ εκείνον τον καιρό και προσπαθούσα να με εξαντλήσω μήπως και. Επιπλέον πάντα μου άρεσε να χάνομαι, να περιπλανιέμαι, ανακαλύπτοντας κρυμμένες πτυχές του μέρους που ζούσα και μαζί, ανακάλυπτα και εκείνες του εαυτού μου. Ναι, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια ανακάλυπτα κι άλλα. Τουλάχιστον έτσι μου έμοιαζε. Μπορεί απλά να ξεχνούσα και να τις μάθαινα ξανά σαν αμνησιακός. Ίσως εκεί να κρυβόταν πραγματικά και ο σπόρος του εγκλήματός μου.

Περπατώντας λοιπόν σε ένα άγνωστο σοκάκι, η ματιά μου έπεσε σε ένα παλιό μαγαζί, εγκαταλελειμμένο. Η βιτρίνα του εξέθετε σκόνη και ιστούς αράχνης. Δεν ήταν κλειδωμένο όμως - η πόρτα του ανοιχτή, έτοιμη να προφέρει κάποιο φωνήεν. Έψιλον. Έλα. Έλα μέσα, σα να μου είπε. Και εγώ άκουσα, μπήκα δίχως να το πολυσκεφτώ.

Πίσω από τον πάγκο που δέσποζε στον κύριο χώρο υπήρχε ένας διάδρομος. Σκοτεινός γενικά αλλά υπήρχε κάποια πηγή φωτός στο τέρμα του. Έμοιαζε αφύσικα μακρύς για το μέγεθος του μαγαζιού. Σκέφτηκα πως ίσως εκτεινόταν και σε άλλα κτίρια, όχι πως έβγαζε νόημα η σκέψη αυτή.

Άρχισα να περπατάω κατά μήκος του, τα βήματά μου ίσα που ακούγονταν, άλλο ένα παράξενο. Περίμενα να ακούσω τριξίματα, κομμάτια γυαλιού να θρυμματίζονται κάτω από τις σόλες μου. Αλλά τίποτα, ελαφρύς σαν έντομο ήμουν.

Συνέχισα να περπατώ. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε η είσοδος ενός δωματίου. Δίχως πόρτα. Πλησίασα και στάθηκα στο κατώφλι.

Το θερμό, αρχαίο φως έμοιαζε κέρινο αλλά χωρίς το υπνωτιστικό τρεμόπαιγμα. Προερχόταν από ένα παράθυρο στον απέναντι τοίχο όμως πού έβλεπε δεν μπορούσα να καταλάβω, αν και είχαν αρχίσει να μου μπαίνουν ιδέες. Μέσα στο δωμάτιο είδα έναν γέρο να κάθεται κατάχαμα, πάνω σε μια στρωματσάδα. Άσθμαινε βαριά, η ανάσα του γέμιζε τον χώρο και τάραζε τη σκόνη που αιωρούταν. Τα μάτια του ήταν στραμμένα σε μια μπαλαρίνα, η οποία έμοιαζε με άγαλμα - είχε πάρει μια πόζα από αυτές που μόνο οι μπαλαρίνες γνωρίζουν και στεκόταν έτσι, ακίνητη. Το φως τη στεφάνωνε, δέρμα και τούλι λαμπύριζαν.

Τότε κατάλαβα πως υπήρχαν κι άλλα άτομα μέσα στο δωμάτιο, λες και άλλαζε η αντίληψή μου με το δευτερόλεπτο. Τρεις ήτανε, ντυμένοι με σκούρα ρούχα. Με είδαν χωρίς να με κοιτάξουν. Με οργή, που μπήκα σαν τον παρείσακτο και μόλυνα τη σκηνή αυτή. Μου έκαναν νόημα να φύγω – τα χέρια και οι δείκτες και των τριών προτάχθηκαν ταυτόχρονα, μια κίνηση χορευτική σαν της μπαλαρίνας.

Κάθε μου βήμα προς τα έξω ήταν και ένα βήμα πιο κοντά στη συνειδητοποίηση του εγκλήματος και της επερχόμενης ποινής.

Έτσι καταδικάστηκα να γίνω επαγγελματίας προδότης. Για άγνωστο πόσο. Σε εκείνη τη βιτρίνα του παλιού καταστήματος στεκόμουν, ντυμένος με ένα πράσινο κοστούμι. Είχα προδώσει τα πάντα, έγραφε η ταμπέλα. Χωρίς τιμή. Οι περαστικοί με κοίταζαν και με χλεύαζαν, έφτυναν το τζάμι, πετούσαν πράγματα λερώνοντας το τζάμι. Ήμουν η προσωποποίηση όλων των κακών που συνέβαιναν στον κόσμο και μέσα τους.

Δίπλα μου στεκόταν ακόμα ένα άτομο, επίσης όμοια ντυμένο. Προδότης κι αυτός. Δεν τον ήξερα, δεν μπορούσα καν να του μιλήσω.

Αυτή ήταν η δουλεια μου. Με τον τόνο όπου επιθυμείτε. Το πιο περίεργο απ' όλα όμως, κάτι που παραδέχομαι για πρώτη φορά ήταν πως ένιωθα ευτυχισμένος. Πραγματικά. Μέσα σ' όλη αυτή την περίεργη και δύσκολη κατάσταση εγώ ένιωθα ευτυχισμένος! Όχι, δεν πιστεύω πως αυτό ερχόταν σε αντίθεση με το πνεύμα της τιμωρίας. Ίσως το αίσθημα αυτό να ήταν προϊόν σωφρονισμού τελικά.

Αυτά σκεφτόμουν μέσα στο λεωφορείο, κοιτώντας έξω, όταν παρατήρησα ένα κουνούπι να αιωρείται μπροστά στα μάτια μου. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν κάπως μεγάλο και απλά υπήρχε εκεί, κυριαρχούσε στο βλέμμα μου. Εγώ είχα κολλήσει, λες και το ήξερα, λες και με ήξερε. Ήταν κάτι μεγαλύτερο από έντομο, μια σπίθα που με έκανε να θυμηθώ, να συνειδητοποιήσω πράγματα. Μια γνώριμη φιγούρα γεμάτη με το αίμα μου. Με είχε επισκεφτεί ενόσω δούλευα. Ακούμπησε το ελαφρύ του σώμα στη βιτρίνα και με χλεύασε βουίζοντας. Και μετά τρύπωσε μέσα από μια ρωγμή που είχε σχηματιστεί όταν ένας περαστικός είχε πετάξει ένα μπουκάλι μέσα στην οργή του για την προδοσία που είχα επιφέρει στον κόσμο. Με πλησίασε και με τσίμπησε στον λαιμό. Και μετά με συγχώρεσε. Όχι, τώρα το ξέρω πως με συγχώρεσε, μέσα στο λεωφορείο.

Τότε το κουνούπι μεγάλωσε. Άρχισε να παίρνει μια πρωτόλεια ανθρώπινη μορφή. Το δέρμα του ήταν γκρίζο-μπλε, το κεφάλι του τεράστιο. Εγώ συνέχιζα να το κοιτάζω. Έτρεμα. Το πρόσωπό μου ήταν υγρό. Άνοιξα το στόμα μου όσο μπορούσα και το κουνούπι μπήκε μέσα.

Επέστρεψε. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το πρώτο ψέμα

Μνημοσμή