Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2026

Σαράντα μάτια

Ένας ματωμένος τοίχος ήταν μονάχα αυτό που είχε απομείνει από το παλιό κτίριο του Δημαρχείου. Εκεί μπροστά είχαν εκτελεστεί οι τελευταίοι ένοχοι, κατά τα λεγόμενα πάντα των εχθρών. Τέσσερις άντρες και μια γυναίκα. Ο ένας ήταν δεν ήταν δεκαεννιά. Το κτίριο είχε ανατιναχτεί μετά από την τοποθέτηση μιας βόμβας στα σπλάχνα του, με τους εχθρούς μας μέσα. Ήταν η τελευταία πράξη του πολέμου. Είχαν ηττηθεί. Είχαμε λευτερωθεί. Και ο τοίχος εκείνος έμεινε όρθιος από πείσμα, λες και ήθελε να ανακηρυχθεί σύμβολο της νίκης μας. Όπως και έγινε δηλαδή. Εκεί, γύρω από τον τοίχο με τα κόκκινα και μαύρα σημάδια είχε στηθεί τώρα η γιορτή. Ανάμεσα στα συντρίμμια μαζεύτηκε το χωριό και έστησε τραπέζια, σούβλες και κανάτες με όσο κρασί είχαν οι κάτοικοι καταφέρει να κρύψουν από τους κατακτητές. Και παραμέσα διακρίνονταν και τα πτώματα των εχθρών. Κανείς όμως δεν είχε διάθεση να μαζέψει, να καθαρίσει ακόμα. Όλοι λαχταρούσαν να φάνε κρέας, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Να μιλήσουν επιτέλους με άνεση και να...

Τι;

Πες μου τελικά, με τι μοιάζει αυτή η αγάπη; Είν' ένα βαθύ πηγάδι; Να 'ναι ένα σκυλί πιστό; Ή μήπως μοιάζει με ασήκωτο σε στιγμές βράχο; Ποτέ δεν κατάλαβα, αμάρτημα προπατορικό, προαιώνιο Ονειρεύομαι ό,τι ποθώ, πως ακουμπώ στην κοιλιά σου, μπαίνω μέσα στον αφαλό σου, ολόκληρος όπως πάντα, παίρνω ζωή από τη θέρμη σου και σκαρφαλώνω μέχρι τον θόλο του στέρνου σου να δω την καρδιά σου πώς χτυπά Μα εκεί άλλο πράγμα αντικρίζω Γυαλίζει, λες κι απ' το φως που μπαίνει από τις ανάσες σου, το σχήμα του συμβολικό, το είδωλό μου πραγματικό, τρεμάμενο Και σε ρωτώ ξανά, τι αγαπάω τελικά; Εσένα, τη ζεστασιά ή τον καθρέφτη;