Σαράντα μάτια
Ένας ματωμένος τοίχος ήταν μονάχα αυτό που είχε απομείνει από το παλιό κτίριο του Δημαρχείου. Εκεί μπροστά είχαν εκτελεστεί οι τελευταίοι ένοχοι, κατά τα λεγόμενα πάντα των εχθρών. Τέσσερις άντρες και μια γυναίκα. Ο ένας ήταν δεν ήταν δεκαεννιά. Το κτίριο είχε ανατιναχτεί μετά από την τοποθέτηση μιας βόμβας στα σπλάχνα του, με τους εχθρούς μας μέσα. Ήταν η τελευταία πράξη του πολέμου. Είχαν ηττηθεί. Είχαμε λευτερωθεί. Και ο τοίχος εκείνος έμεινε όρθιος από πείσμα, λες και ήθελε να ανακηρυχθεί σύμβολο της νίκης μας. Όπως και έγινε δηλαδή. Εκεί, γύρω από τον τοίχο με τα κόκκινα και μαύρα σημάδια είχε στηθεί τώρα η γιορτή. Ανάμεσα στα συντρίμμια μαζεύτηκε το χωριό και έστησε τραπέζια, σούβλες και κανάτες με όσο κρασί είχαν οι κάτοικοι καταφέρει να κρύψουν από τους κατακτητές. Και παραμέσα διακρίνονταν και τα πτώματα των εχθρών. Κανείς όμως δεν είχε διάθεση να μαζέψει, να καθαρίσει ακόμα. Όλοι λαχταρούσαν να φάνε κρέας, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Να μιλήσουν επιτέλους με άνεση και να αρχίσουν να σχεδιάζουν το μέλλον.
Εγώ έκανα το ίδιο. Ακολούθησα το πλήθος σαν το ετερόφωτο φεγγάρι. Έφαγα αρνί, ήπια λίγο κρασί που με ζάλισε καθότι δεν μ' αρέσει το ποτό και σπάνια το άγγιζα. Χόρεψα και τραγούδησα με τον άγαρμπο τρόπο μου. Ήθελα εκείνη τη χαρμόσυνη μέρα να ζήσω, να εκτονωθώ. Να γελάσω πλατιά μαζί με τους συγχωριανούς, να πανηγυρίσω την πτώση των εχθρών. Χαιρόμουν με τη χαρά τους. Αγκάλιασα άτομα που δεν ήξερα τι υφή είχε το δέρμα τους, κι ας μοιραζόμασταν τους ίδιους χώρους για δεκαετίες. Πρόφερα δυνατά ευχές που έβγαιναν μόνες τους από το στόμα, λευτερωμένες θαρρείς κι αυτές. Μετά όμως κουράστηκα – είχα ένα βάρος στο στήθος, πόδια ασήκωτα. Ήξερα πως δεν θα κρατούσε για πολύ όλο αυτό. Τίποτα δεν κρατάει με μένα. Θρηνώ για πράγματα που δεν έχουν πεθάνει ακόμα.
Απομακρύνθηκα δειλά από τη γιορτή, η οποία στο μεταξύ είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις παγανιστικής σύναξης. Έκαιγαν στολές των εχθρών που ξέσκισαν από τα σώματα ανάμεσα στα ερείπια του Δημαρχείου. Πρώτοι απ' όλους ο κυρ-Γιώργος ο Δήμαρχος και ο παπα-Φώτης έριξαν τα ρούχα στην πυρά. Τα στόματά τους λερωμένα με κρασί και λίπος, έδιναν φωναχτά παραγγέλματα για περισσότερο χορό και φαΐ. Τα τραγούδια τώρα ακούγονταν άναρθρα, η χαρά είχε πάρει μια άλλη ποιότητα, ζωώδη. Σα να είχαν στερέψει από έκσταση και δίχως να το καταλαβαίνουν ρουφούσαν ενέργεια από κάτι άλλο, σκοτεινό. Όπως το φοβόμουν δηλαδή.
Αφού περπάτησα λίγο στο έρημο χωριό -ίσως μερικοί ανήμποροι να είχαν μείνει πίσω στα σπίτια τους- στάθηκα μπροστά σε μια τζαμαρία, εκείνη του φούρνου. Συνήθως μύριζε όμορφα μα τέτοια ώρα και μέρα μόνο η κάπνα από τη γιορτή γέμιζε τον αέρα. Κοίταξα το σουλούπι μου να αντανακλάται παραμορφωμένα, όσο μ' άφηνε η λάμπα του δήμου. Δεν το 'βλεπα σαν αντανάκλαση τόσο, όσο σαν μία πιο αληθινή πραγματικότητα. Υπήρχε τόση λύπη. Γιατί ήταν τόσο δύσκολο να παραμείνω χαρούμενος; Είχαμε λευτερωθεί, έλεγα και ξανάλεγα. Το μέλλον ήταν φωτεινό. Και ήταν αλήθεια μα ήταν μια αλήθεια που μονάχα την ήξερα, δεν ήμουν ικανός να την αισθανθώ.
Ένα σούρσιμο παραδίπλα με έκανε να γυρίσω. Είδα την Κάτια, εκείνη που έψαχνα περισσότερο από κάθε άλλον σ' αυτήν τη γιορτή. Μάλλον το θάρρος έψαχνα, γιατί εκείνη δίπλα μου χόρευε και τραγουδούσε, μέχρι εγώ ν' αποφασίσω να απομακρυνθώ.
Την αγαπούσα από μικρό παιδί την Κάτια, από τότε που η αθωότητα ξεκίνησε να θαμπώνεται από τις προσδοκίες του Μεγάλου Ονείρου: Να ψηλώσεις, να γίνεις άντρας, να τη ζητήσεις σε γάμο. Τίποτα από αυτά δεν έγινε στην πραγματικότητα αλλά το τελευταίο παρέμεινε μια σκέψη εμμονική, ένας λόγος παραπάνω να μένω άγρυπνος. Μετά ήρθαν οι κατακτητές. Και μαζί τους η δικαιολογία. Πού να κάνεις το βήμα μέσα στη δυστυχία και την αβεβαιότητα; Προείχε η συμμετοχή στην αντίσταση, η αντίσταση στην πείνα. Και τώρα που λευτερωθήκαμε βγήκε στην επιφάνεια η παλιά ανάγκη, γριά αλλά όμορφη ακόμα: Ευκαιρία είναι να της τα πεις. Έτσι, ήπια, χόρεψα, σαν προκαταρκτικό μεταξύ άλλων, να πάρω δύναμη. Μα όσο το σκεφτόμουν τόσο λες και παρακαλούσα να σηκωθούν τα πτώματα απ' το Δημαρχείο να μας σκλαβώσουν ξανά.
Ήταν μελαχρινή, με απαλές μπούκλες η Κάτια, με μάτια γεμάτα σπιρτάδα και μια κινησιολογία που ίσως φάνταζε παράταιρη σε άνθρωπο. Τα χέρια της λες και δεν υπάκουαν – χόρευαν μοναχά τους ενώ εκείνη μιλούσε. Ακόμα και όταν κουβαλούσε τίποτα. Το περπάτημά της ανάλαφρο. Μικρότερος υποψιαζόμουν ότι έκρυβε πέτρες στα παπούτσια της για να μην αρχίσει και αιωρείται και την κατηγορήσει ο πάπα-Φώτης για μάγισσα. Του είχα εξομολογηθεί κάποτε τον έρωτά μου για κείνη. Η μόνη φορά που το 'χα εκφράσει με φθόγγους αντί για μελάνι ή κάποιον επιτηδευμένο αναστεναγμό. Δεν ήταν ιδανική αμαρτία όμως αυτό. Εκείνος ήθελε άλλα, βαθύτερα.
Η φωνή της ήταν ίδια, το ίδιο και τα στρογγυλά της μάτια. Όχι πως είχα καιρό να τη δω, να της μιλήσω από κοντά. Πάντοτε όμως όταν συναντιόμασταν έκανα την ίδια σκέψη: Πόσο όμορφη είναι.
Με ρώτησε τι έχω, γιατί κάθομαι μόνος. Νοιαζόταν από μικρή για μένα, μαζί είχαμε μεγαλώσει άλλωστε. Το έκανε ακόμα πιο εύκολο να την αγαπήσω.
Δεν της απάντησα αμέσως. Όχι γιατί σκεφτόμουν μονάχα να της εξομολογηθώ το ελαφρύ, οριακά προπατορικό μου αμάρτημα – η ώρα δεν ξέρω αν θα ερχόταν ποτέ. Ο λόγος, η μεγάλη μου ανησυχία ήταν κάτι που εκείνη τη στιγμή είχε καλύψει τα πάντα.
Ένας πυροβολισμός μάς έκανε και τους δυο να τιναχτούμε. Ήθελα να την πάρω στην αγκαλιά μου, να την προστατεύσω μα ήξερα πως ούτε μπορούσα, ούτε πως ο κρότος είχε κακιά προέλευση. Φυσιολογικά, είχαμε συνδέσει τέτοιους θορύβους με εκτελέσεις, αιματοκυλίσματα. Αλλά ήταν μέρα χαράς – για σχεδόν όλους. Οι κυνηγοί του χωριού έψελναν με κάλυκες. Ακολούθησαν φωνές, κι άλλοι ύμνοι στη βία. Η γιορτή συνέχιζε να κινείται ανάποδα στον χρόνο, στην εξέλιξη των ειδών.
«Φοβάμαι», της είπα τελικά, με τη φωνή μου όμως σταθερή. «Φοβάμαι τη φύση των τυράννων».
Η Κάτια πλησίασε, παραξενεμένη. Με ρώτησε τι εννοούσα, κάτι που το έκανε συχνά, καθώς σπάνια τα λόγια μου έβγαζαν απόλυτο νόημα. Εγώ συνέχισα: «Ποιος μας λέει ότι τώρα που είμαστε ελεύθεροι δεν θα συνεχίσουν οι δικοί μας το έργο των κατακτητών; Δεν είναι ίδιοι οι άνθρωποι κατά βάθος; Μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν με το ζόρι -μόνο έτσι γίνεται- αλλά μετά από λίγο πάλι θα επιστρέψουν στα κατακάθια του χαρακτήρα τους, Κάτια». Φώναζα τώρα και εκείνη αποτραβιόταν, όπως έκανε επίσης συχνά. «Θα το δεις», ολοκλήρωσα το λογύδριο μου με ήπιο τόνο, να μην την αναγκάσω να κάνει κι άλλο βήμα προς τα πίσω. «Θα το δεις».
«Εγώ θέλω να ελπίζω», μου είπε. «Να χαρώ το μέλλον, την αγάπη. Κι αν τελικά γίνουν τύραννοι και οι δικοί μας, τους προτιμώ από τους άλλους. Θα μπορώ πιο εύκολα να τους φτύσω».
Τότε ήρθε με φόρα η ανάγκη να της μιλήσω, εκεί ανάμεσα στις θεατρικές σχεδόν χειρονομίες που έκανε, υμνώντας πράγματα στα οποία και γω ήθελα να πιστέψω.
«Σε λίγο καιρό θα παντρευτώ τον Κωστή», είπε και οι σκέψεις μου χύθηκαν από το πίσω μέρος του κρανίου μου. «Να βρεις και συ μία», συνέχισε η Κάτια τους πυροβολισμούς, «να ευτυχήσεις. Σε κανέναν δεν αξίζει να βασανίζεται έτσι».
Ήξερε; Ήξερε, φυσικά.
Την ευχαρίστησα. Εγκάρδια, τα λόγια μου ήταν αληθινά, άλλο που ήμουν ανίκανος να νιώσω πραγματικά αυτά που ξεστόμιζα. Της ευχήθηκα τα καλύτερα. Ο Κωστής βοηθούσε στον φούρνο αλλά είχε και κτήματα. Έπιαναν τα χέρια του. Ήταν οξύθυμος, ξεσπούσε σε οτιδήποτε έμπαινε στο διάβα του: ζώα, καταιγίδες, αντιρρησίες, αλλά πάντα ζητούσε συγγνώμη. Ήταν από τα πρώτα βιολιά της αντίστασης που είχαμε στο χωριό. Δεν τον είχαν πιάσει όμως.
Τώρα είχα κι άλλον λόγο να ανησυχώ. Η Κάτια ήταν άλλου τύπου πνεύμα. Πώς ήταν γραφτή μια τέτοια ένωση; Φυσιολογικά, δεν κοιμήθηκα καθόλου εκείνο το βράδυ. Έκλαψα μέχρι που ακούστηκαν τα πρώτα τιτιβίσματα.
Το πρώτο ελεύθερο πρωινό μας.
Ήρθε η Μεγάλη Βδομάδα χωρίς να το καταλάβω. Είχα αφοσιωθεί προσποιητά στη δουλειά μου στο μπακάλικο της κυρα-Μαρίτσας και στα όποια μεροκάματα μπορούσα να βρω στα χωράφια. Ήθελα να εξαντλούμαι, να νιώθω το κορμί μου πονεμένο όταν έπεφτα στο κρεβάτι νωρίς το βράδυ. Άλλοι έτρεχαν να ξεφύγουν από τη σκιά τους κολυμπώντας σε ένα μπουκάλι κρασί ή χτυπώντας ό,τι ανυπεράσπιστο. Ευτυχώς όχι εγώ. Κάθε πράγμα που κουβαλούσα, που τακτοποιούσα, κάθε φτυαριά χώματος ήθελα να είναι ποτισμένα με αγάπη, κι ας μην την ένιωθα συνειδητά.
Έμοιαζε να έρχεται ζεστό καλοκαίρι, αν κρίναμε από την άνοιξη που μας ίδρωνε από τώρα. Ίσως ήταν και δώρο για τη νέα μας εποχή, θα μπορούσα να σκεφτώ αν δεν είχα χάσει και την πίστη μου. Ναι, το 'παθα και αυτό στο μεταξύ. Στο κατάλληλο σημείο όπως πάντα. Με τον χρόνο είχα μια σχέση περίεργη. Και μ' αυτόν δηλαδή.
Όταν λέω ότι την έχασα δεν εννοώ βέβαια πραγματικά, στο απόλυτο βάθος της, στην απάντηση του Μεγάλου Ερωτήματος, αλλά στο κατά πόσον μας άκουγε, κατά πόσον ακόμα έρεε ο Λόγος Του σε αυτά τα χώματα. Με είχε κυριεύσει μια απελπισία όσο πλησίαζε ο γάμος της Κάτιας που κάθε σταυροκόπημα, κάθε τελετουργικό που συμμετείχα έμοιαζε κούφιο. Προσευχόμουν όμως, κάθε βράδυ. Ανάσκελα, μπρούμυτα, όπως μου ερχόταν δεν είχε σημασία. Για το χωριό, να μην ξανατυραννηθεί. Για εκείνη, να είναι καλά, χαρούμενη με τις αποφάσεις της. Και απόκρυφα, μέσα στις πτυχές των εσωτερικών εκείνων λέξεων φώλιαζε ένα παρακαλητό να τη φέρει Εκείνος κοντά μου, να της χαρίσω τον κόσμο όλο, όσο άντεχα να κρατήσω στις χούφτες μου έστω. Δείλιαζα να το προσευχηθώ ευθέως, το 'νιωθα σαν ύβρη. Ήταν όμως η μοναδική στιγμή που άφηνα αυτήν την πίκρα να βγει στην επιφάνεια, έστω και έμμεσα. Θα 'σκαγα άμα δεν το 'κανα. Τις υπόλοιπες ώρες δούλευα, έτρωγα, χαμογελούσα στους λεύτερους συγχωριανούς μου. Χαμογελούσα και στην Κάτια όποτε τη συναντούσα στο δρόμο. Δεν μιλούσαμε πολύ τελευταία. Ήταν απασχολημένη με τον γάμο. Με κοιτούσε κάπως αλλιώτικα από εκείνο το βράδυ. Πιο απόμακρα, με οίκτο είχα την εντύπωση. Χαμογελούσα και στον Κωστή, όποτε πήγαινα στον φούρνο να πάρω ψωμί και παξιμάδια. Αυστηρά όμως, ήθελα να πιστεύω. Σα να του έλεγα να προσέχει τη συμπεριφορά του. Τον έβλεπα. Μπορεί να έμοιαζα γελοίος αλλά δε μ' ένοιαζε.
Μεγάλη Τετάρτη περπατούσα άσκοπα στο χωριό για να κουραστώ, καθώς δεν είχε πολλή δουλειά στο μαγαζί. Η κατάνυξη είχε αρχίσει να σκεπάζει τα πάντα αν και φέτος όλα είχαν μια γυαλάδα, μια χρυσή αδημονία μέσα τους. Αυτές οι μέρες εκείνης της χρονιάς δεν ήταν μόνο των Παθών αλλά και του πόθου που είχαν οι περισσότεροι για μια γρήγορη Ανάσταση. Μόνο τραγούδια και γλέντια επιθυμούσε η ψυχούλα τους. Θέλανε να ξεμπερδεύουν με τα σήμερον κρεμάται επί ξύλου και τους επιταφίους και να πάνε κατευθείαν στις χαρμόσυνες καμπάνες λες κι από φόβο μη τυχόν επιστρέψουν οι κατακτητές. Αν και πιο πολύ φοβόντουσαν τις ίδιες τους τις μαύρες σκέψεις νομίζω. Πώς να τους κατακρίνω, αφού και γω σάμπως τέτοιος δεν ήμουνα;
Στάθηκα για λίγο σε μια ανοιχτωσιά, μια αυτοσχέδια θαρρείς πλατεΐτσα με δυο παγκάκια και μερικές αμυγδαλιές. Τι ευωδιά ήταν αυτή που ένιωθαν τα ρουθούνια μου! Για μια στιγμή τα ξέχασα όλα. Για μια στιγμή μόνο. Το μάτι μου έπεσε πιο μακριά, από το σημείο που ήμουνα φαινόταν η κεντρική πλατεία, η μεγάλη. Ο τοίχος ο ματωμένος μνημείο και επίσημα πλέον – τον είχαν περιφράξει, τον είχαν γεμίσει λουλούδια και καντηλάκια. Τα αποκαΐδια των εχθρικών ρούχων ήταν μια σκούρα κηλίδα στο έδαφος, κι αυτήν την είχαν ακαθάριστη. Εκεί μπροστά λοιπόν είδα τον κυρ-Γιώργο τον Δήμαρχο να μιλά με δυο αγνώστους. Ξένοι φαίνονταν, κοστουμαρισμένοι. Αλλά και κείνος δεν πήγαινε πίσω. Έλειπε για μέρες είχα ακούσει και τώρα τον έβλεπα να φορά καινούριο κοστούμι και καπέλο και κρατούσε μπαστούνι με γυαλιστερή λαβή. Από τη στάση του και μόνο το καταλάβαινες, άσε το πόσο κολλαριστά και ανέγγιχτα έμοιαζαν τα ρούχα. Ο ένας από τους ξένους κρατούσε κάτι σχέδια και τα κοιτούσε μαζί με τον Δήμαρχο, προσεχτικά. Ο άλλος παρατηρούσε γύρω, τον χώρο του παλιού Δημαρχείου και κάτι σημείωνε σε ένα τετραδιάκι.
Η ευωδιά εξανεμίστηκε μεμιάς, λες και τα δέντρα είχαν μαραθεί σε μια στιγμή. Άρχισα να πλησιάζω την κεντρική πλατεία. Δεν με αντιλήφθηκαν παρά μόνο όταν ήρθα και στάθηκα μπροστά τους, βαριανασαίνοντας. Ο κυρ-Γιώργος με χαιρέτησε ευγενικά αλλά μ' έναν τόνο που σα να έλεγε σήκω φύγε. Χήρος αρκετά χρόνια, με στρατιωτικό παρελθόν και από οικογένεια γαιοκτημόνων. Ήταν πάντοτε αρχοντικός, ακόμα και στις κακουχίες. Αλλά τώρα μου έβγαζε κάτι διαφορετικό. Είχε πάρει και τα κιλάκια του από τη μέρα της λευτεριάς. Το μουστάκι του από την άλλη είχε κοντύνει. Το 'χε κερώσει και στις άκριες. Μεγάλη Σαρακοστή όντως κύριε Δήμαρχε, ήθελα να του ξεφωνίσω. Αλλά αντ' αυτού τον ρώτησα για τη συνάντηση εδώ πέρα. Κάπως αδιάκριτα θα έλεγα μα έτσι το 'θελα. Έτσι το 'θελε και κείνος με τη στάση του.
Σχεδίαζαν το καινούριο Δημαρχείο, μου 'πε σχεδόν με αυθάδεια ο ηγέτης μας. Μεγάλο και κομψό, όπως αρμόζει σε ένα δοξασμένο και λεύτερο χωριό. Οι κύριοι από δω είναι μηχανικοί, από τη Θεσσαλονίκη, συνέχισε και με κοίταξαν σαν αξιοπερίεργο και οι άλλοι δυο. «Μάλιστα», είπα και τον κοίταξα καλά-καλά, «μάλιστα. Αυτές είναι οι προτεραιότητες. Οι καρέκλες και οι κίονες».
Ήξερα πως τον είχα εκνευρίσει, ποτέ του δεν με πολυσυμπαθούσε είχα την εντύπωση. Του πήγαινα πάντα κόντρα, χωρίς να το θέλω. Κάτι στη συμπεριφορά του, στην απολυτότητά του μου προξενούσε ένα παράξενο αίσθημα. Δεν μπορούσα τις απόλυτες γνώμες, μ' έκαναν να πηγαίνω προς την άλλη κατεύθυνση από πείσμα, κι ας μην συμφωνούσα ντε και καλά.
Μα η παρουσία των επισκεπτών δεν τον άφησε να εκφραστεί. Χαμογέλασε πλατιά, κοφτερά και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου, σφίγγοντάς τον. «Αυτά είναι έργα ενθάρρυνσης, ανάτασης», είπε σα να 'βγαζε διάγγελμα, κοιτώντας με παράλληλα με αυστηρότητα. «Σύμβολα ενός καλύτερου μέλλοντος νεαρέ μου». Αν μπορούσε να με κλωτσήσει σαν αδέσποτο σκυλί θα το έκανε. Ήμουν το σύμβολο μιας άλλης αντίστασης. Στον κομπασμό, στη λογική, στη φύση των πραγμάτων που πρέσβευε ο ίδιος. Αλλά και όχι μόνο, και γενικότερα, μα αυτό ήταν δικό μου θέμα και γι' αυτό δεν θα 'χα αντίρρηση να με κλωτσούσε, εφόσον δεν μπορούσα να κλωτσήσω τον εαυτό μου.
«Θα σε βλέπω Δήμαρχε», του 'πα φωναχτά, τραγουδιστά σχεδόν. «Θα σε βλέπω, να το ξέρεις!» Και αποχώρησα ιπποτικά, παραπατώντας, έτσι όπως ήταν η δικιά μου φύση.
Μετά συνάντησα την Κάτια και η καρδιά μου δεν πρόλαβε ούτε διάλειμμα να κάνει από το τρεχαλητό της. Ήθελα να της μιλήσω, ήθελα να δει πόσο ταραγμένος ήμουν, πόσο τη χρειαζόμουνα.
Την πλησίασα τρέμοντας. Εκείνη μου 'ριξε ένα βλέμμα αναγνώρισης και ένα μικρό χαμόγελο μα τίποτα παραπάνω. Βιαζόταν μου 'πε, είχε ένα σωρό δουλειές. Τη ρώτησα αν είναι καλά. Ήταν, ήταν, απάντησε απομακρυνόμενη.
Τι σύμβολο ήμουν πια για κείνη;
Σκούπισα τα μάτια μου και συνέχισα για το σπίτι.
Πότε πέρασαν δυο μέρες ούτε ξέρω. Λίγο φαγητό, πολύς ύπνος, εκκλησία. Όλα μηχανικά γίνονταν. Ακολούθησα το βράδυ τον Επιτάφιο προσπαθώντας να μην κοιτάζω γύρω μου. Δεν ήθελα να συναντηθεί το βλέμμα μου με κανέναν. Εστίαζα στα λουλούδια με τα οποία ήταν στολισμένος. Προσπαθούσα μάταια να μυρίσω το άρωμά τους. Ήθελα να βρίσκομαι εκεί κι ας γινόταν το κενό πιο μεγάλο, κι ας έμοιαζε η πομπή αυτή σαν κηδεία κάτι διαφορετικού. Οι φωνές τους όμως με προκαλούσαν, δεν μπορούσα να τις απωθήσω. Λέγανε για το καινούριο Δημαρχείο, κουτσομπόλευαν, αδημονούσαν για το Πασχαλινό γλέντι, που παράλληλα θα 'ταν και το γαμήλιο γλέντι του Κωστή και της Κάτιας.
Έκανα πως σκοντάφτω, πως στραμπούληξα τάχα το πόδι μου και απομακρύνθηκα.
Μετά Ανάσταση. Χαρές απροκάλυπτα πλέον. Επιτέλους είχε τελειώσει το πάθος. Επιτέλους γάμοι, φαγοπότια και καινούρια Δημαρχεία για τους συγχωριανούς μου. Πήγα ξανά στην εκκλησία, ναι το πόδι μου ήταν καλά, ευχαριστώ, έλεγα σε όποιους με ρωτούσαν, μάρτυρες της ατυχίας μου την προηγούμενη μέρα. Θαύμα, θαύμα, ήθελα να φωνάξω γελώντας δυνατά.
Πήγα για δύο λόγους στην εκκλησία. Για τις λίγες σιωπηλές στιγμές πριν το Χριστός Ανέστη όπου εκεί πάντα η ψυχή μου ένιωθε πως έχει μια θέση στον κόσμο. Πως υπήρχε ελπίδα για θεραπεία. Ο άλλος λόγος ήταν πως ήθελα να μιλήσω στον παπα-Φώτη. Δεν άντεχα άλλο πια. Εξομολόγηση; Μάλλον, μπορεί. Αφού δεν μπορούσα να τα πω σε κείνη, ας τ' άκουγε αυτός κι ας αποφάσιζε για τα κρίματά μου.
Ο θόρυβος κατά την Ανάσταση θα έμοιαζε τρομερός αν δεν είχε προηγηθεί η βόμβα στο παλιό Δημαρχείο. Φωνές, πυροβολισμοί, όλο το χωρίο πανηγύριζε που λευτερώθηκε, από τον θάνατο αυτήν τη φορά καθώς νόμιζαν. Έτρεξαν όλοι μετά το μυστήριο στα σπίτια τους. Οι φλόγες από τα κεριά άφηναν ίχνη στον αέρα.
Εγώ έμεινα στο προαύλιο, καρτερώντας. Κοιτούσα τις ανοιχτές θύρες της εκκλησιάς με μια στοργή αρχαία. Ευχήθηκα από μακριά, με ένα νεύμα και μισό χαμόγελο στο ζεύγος που θα επισημοποιούσε την επομένη τα δεσμά του. Δε με βαστούσαν τα πόδια μου να πλησιάσω παραπάνω. Ούτε και τα μάτια μου.
Όταν το πλήθος αραίωσε πλησίασα τον παπα-Φώτη. Εύθυμος κι αυτός, έβγαζε με βιάση τα πετραχήλια του. Τον παρακάλεσα να του μιλήσω. Έτρεμα ολόκληρος. Με κοίταξε με έκπληξη και οίκτο. «Τι θες βρε πάλι», φώναξε μισό αυστηρά, μισό συμπονετικά. «Μια φορά να χαρείς δε μπορείς, ν' απολαύσεις τη ζωή; Από μικρός τέτοια έλεγες, τα ίδια λες ακόμα και τώρα που μας ήρθαν τόσα καλά. Αναστήθηκες και συ και όλοι μας καημένε μου», συνέχισε πιο ήπια, να χρυσώσει το χάπι στο άρρωστο σκυλί που δεν ήξερε πώς να γαβγίσει. «Πάνε να φας, να ευχαριστηθείς, να πάω και γω σπίτι μου! Είναι μεγάλη μέρα αύριο, κι άλλες χαρές! Ζήσε πανάθεμά σε. Ζήσε!»
«Είναι το φυσικό επακόλουθο του αναστημένου να πεθάνει ξανά», είπα στον παπα-Φώτη. Έτρεμα ακόμα πιο δυνατά. Ζουμιά έτρεχαν στα μάτια μου, ελεύθερα πια. «Έλα από βδομάδα να με δεις να τα πούμε», μου πε και έφυγε βιαστικά.
Εγώ γέλασα τότε, τρελά. Θα σε δω, ναι, παπά, θα σε βλέπω πώς φέρεσαι όταν σε χρειάζονται, φώναξα, δεν ξέρω αν είχα ακουστεί όντως ή επρόκειτο για ακόμη έναν από τους περίφημους σιωπηλούς θριάμβους μου.
Και κάθομαι τώρα μονάχος στο προαύλιο. Οι πόρτες της εκκλησιάς σφαλισμένες. Το φως του δήμου τρεμοπαίζει με το ρυθμό του κορμιού μου θαρρείς.
Κάθομαι κι άλλο. Ησυχία τριγύρω αλλά μόνο εκεί. Βαρελότα στα μέσα μου σκάνε και ξανασκάνε. Τα μάγουλά μου βρεμένα. Δεν ξέρω τι ώρα έχει πάει αλλά ξέρω τι θέλω να κάνω.
Πηγαίνω στο σπίτι μου με βήμα γοργό, πιο σταθερό από ποτέ νομίζω. Παρά τους γδούπους και την πίκρα στο στόμα. Στο αποθηκάκι μου έχω φυλαγμένο ένα κουτί καφετιά μπογιά με την οποία είχα ξεκινήσει να βάφω τον φράχτη του κήπου. Το παίρνω στα χέρια. Βγαίνω έξω και βουτάω το πινέλο στο τενεκεδάκι. Με χέρι τρεμάμενο ζωγραφίζω ένα μάτι στην πόρτα. Μετά κοιτάζω τριγύρω, υπολογίζω.
Συνεχίζω, πάω σε μια γειτόνισσα. Από μέσα ακούγονται γέλια και ομιλίες. Ζωγραφίζω ένα μάτι στον τοίχο δίπλα στην πόρτα της. Ακόμα ένα πιο δίπλα, σε έναν γέρο γείτονα. Περπατάω πιο γρήγορα τώρα. Ζωγραφίζω, υπολογίζω.
Φτάνω στο σπίτι του Δημάρχου. Εκεί το μάτι είναι μεγαλύτερο. Άγριο, γουρλωμένο. Ομοίως και κείνο που σχεδιάζω στον δρόμο, μπροστά από το σημείο που κάηκαν τα ρούχα των εχθρών.
Το στήθος μου πονάει. Συνεχίζω. Ζωγραφίζω παντού. Αλλά πρώτα ακούω τις ομιλίες που έρχονται μέσα από τα σπίτια. Όχι το τι λένε, αυτό το 'χω καταλάβει καλά. Τη βοή θέλω να ακούσω, τη συντροφιά που υπόσχεται εκείνη η δόνηση των φωνητικών χορδών δίχως τις άδειες υποσχέσεις των φθόγγων. Κι άλλα μάτια: σε τοίχους, πόρτες. Κανείς δε με παίρνει χαμπάρι. Ευτυχώς, δεν θα 'θελα.
Ή μήπως θα 'θελα;
Συνεχίζω. Φτάνω στην εκκλησία. Θέλω να ανέβω στο καμπαναριό αλλά δεν έχω άλλο δύναμη. Πονάω. Μουδιασμένα είναι τα άκρα μου. Οπότε σχεδιάζω ένα στενό, αυστηρό μάτι στη βάση του πυργίσκου.
Λίγο έμεινε.
Συνεχίζω. Τρία ακόμα μάτια στα παραδίπλα σπίτια. Πρόχειρα αυτά, κακοφτιαγμένα αλλά δεν πειράζει.
Φτάνω στο σπίτι της Κάτιας. Ούτε βλέπω μπροστά μου πια. Σκουπίζω τα μάτια μου και αφουγκράζομαι. Αυτή τη φορά με μια μικρούλα ελπίδα ν' ακούσω, μια κάποια λέξη που θα... Που θα τι μωρέ, σκέφτομαι και γελώ – δυνατά, θλιμμένα μέσα στη νύχτα της Αναστάσεως.
Μα από μέσα βγαίνει μόνο σιωπή.
Πέφτω στα γόνατα. Το τενεκεδάκι μού γλιστρά από τα χέρια. Όση μπογιά απέμενε χύθηκε στο μάρμαρο των σκαλιών της.
Παίρνω το πινέλο και το πασαλείβω στη λιμνούλα. Τεντώνω το χέρι. Το μεγαλύτερο μάτι απ' όλα. Εκεί πέρα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου