Η Καρίν προσγειώθηκε σε μία από τις κενές θέσεις του διαστημοδρομίου, ανάμεσα σε δύο άλλα σκάφη αρκετά μεγαλύτερα από το δικό της. Το ταξίδι ήταν κουραστικό και οι μυς της απαιτούσαν τέντωμα. Επτά μέρες παραχωμένη σε έναν χώρο που θύμιζε περισσότερο μακρόστενη ντουλάπα δεν ήταν ιδανικό για το σώμα της. Το στομάχι της επίσης ήθελε πράγματα: Κανονικό φαγητό, όχι άλλες μερίδες τεχνητού πολτού. Όσες διαφορετικές γεύσεις και να είχε, παρέμενε μια αναγκαστική ταξιδιωτική αηδία. Σηκώθηκε από το φθαρμένο, μαύρο κάθισμα και άρχισε να τρίβει τους μηρούς της. Το τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού ήταν δύσκολο λόγω της ζώνης των αστεροειδών που δέσποζε στο σύστημα αυτό, αλλά κυρίως λόγω των πυκνών σύννεφων που έντυναν τον πλανήτη. Η προσγείωση είχε υπερκορέσει το αίμα της με αδρεναλίνη. Οι αισθητήρες και ο κινητήρας του μικρού επιβατικού της δεν συγκρίνονταν με αυτά των εμπορικών αστρόπλοιων. Χρειαζόταν μεγαλύτερη προσήλωση και προσπάθεια, αλλιώς δεν ήταν απίθανο να κατέληγε ένα παγωμένο πτώμα...
Τα Λάρδυνα ήταν μία από τις πολλές πόλεις της Δύσης που ήταν σπαρμένες ανάμεσα σε πρόποδες βουνών και στα ποτάμια που ξεχύνονταν από εκεί. Καθεμιά τους πάλευε να κυριαρχήσει, να γίνει πιο πλούσια και ισχυρή από την άλλη. Αμέτρητοι πόλεμοι και συμμαχίες ήταν χαραγμένα στις στήλες της Ιστορίας τους μα ποτέ καμιά από τις πόλεις δεν επικράτησε ολοκληρωτικά. Αδέλφια ήταν άλλωστε - έτρεφαν ζώα, εμπορεύονταν ξυλεία, δέρματα και υφάσματα. Λάτρευαν τα ίδια πράγματα, το αίμα τους είχε την ίδια ποιότητα. Όμως η ανθρώπινη ψυχή δύσκολα μαθαίνει και εύκολα ξεχνά τέτοιες αλήθειες, συνεπώς οι διαμάχες και οι συμφωνίες συνεχίζονταν. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Λάρδυνων ήταν η μακρά γυναικεία δυναστεία που αισίως μετρούσε εκατόν εικοσιδύο χρόνια, από τότε που ένα αιμάτινο τάμα στην Ηβύδα, τη Θεά της δημιουργίας και της γονιμότητας, στέρεψε δια παντός τη βασιλική γενιά από αρσενικούς απογόνους. Εκείνον τον καιρό βασίλισσα ήταν η Βόρβη, μια μεγαλόσωμη και σκληρή γυναίκα που ακόμα και μετά που πήρε τ...
Πολύ παλιά, στις απαρχές ακόμα των ανθρώπων, το ψέμα δεν υπήρχε. Οι καρδιές ήταν ελεύθερες να εκφράζουν την αγάπη, το μίσος, τη δυσαρέσκεια και το δέος των σωμάτων στα οποία κατοικούσαν. Ελεύθερες στο να περιγράφουν γεγονότα έτσι όπως είχαν συμβεί ή τουλάχιστον έτσι όπως οι αισθήσεις είχαν καταφέρει να τα αποτυπώσουν στο μυαλό, άδολα. Αυτό άλλαξε μετά από ένα περιστατικό στο όρος Φώδεζον, σε ένα χωριό στους πρόποδές του. Εκεί ζούσε ο Ήγως, ένας βοσκός που, παρ' όλο που ήταν πολύ καλός σε αυτό που έκανε, οι υπόλοιποι του χωριού τον κορόιδευαν από μικρό επειδή φοβόταν ένα σωρό πράγματα και τρόμαζε εύκολα. Ο Ήγως όμως συνέχιζε να ζει και να δουλεύει, αν και το αίμα του είχε μόνιμα αλλοιωθεί από το πάγωμα που του προκαλούσαν τα σκοτεινά μέρη, οι δυνατοί θόρυβοι, τα έντομα και ένα σωρό άλλα πράγματα που οι περισσότεροι του χωριού είχαν μάθει να τα αψηφούν ή απλά να τα αγνοούν. Ήθελε όμως πολύ να αποδείξει σε όλους, νέους και γέρους, ότι είχε μέσα του θάρρος, ότι μπορούσε να αλλάξει στ...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου